Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δήλεσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δήλεσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Δήλεσι - Η Μάχη

ΔΗΛΕΣΙ

Το αρχαίον Δήλιον της Βοιωτίας βρισκόταν στην ίδια θέση με το σημερινό, όπως μαρτυρούν οι σπόνδυλοι των κόνων και πολλά Θεμέλια που σήμερα καλύπτονται από τη θάλασσα και που διακρίνονται όταν αυτή αποσύρεται.

'Ηταν πολίχνη της Βοιωτίας στην αρχή μεν, υπαγόμενο στη Θήβα. Αργότερα δε στην Τανάγρα της οποίας ήταν και το επίνειο της.

'Ηταν ένα από τα κυριότερα λιμάνια της βοιωτικής ακτής προς τον Ευβοϊκό κόλπο απέναντι από την Ερέτρια. Αλλά και οι δημόσιοι δρόμοι έδιναν ιδιαίτερη κίνηση εις το Δήλιο το οποίο βρισκόταν μεταξύ τόσων κωμοπόλεων με τις οποίες είχε στενή επικοινωνία. 'Ενας κεντρικός δρόμος από την Τανάγρα προς τον Ωρωπό και το Αμφιαράειον διερχόμενος από τα Οινόφυτα, συναντούσε δυο άλλους παραλληλους και κάθετους προς αυτόν μεταξύ των οποίων βρισκόταν το Δήλιον. Οι δρόμοι αυτοί με μικρή παράκλιση διασώζονται μέχρι και σήμερα.

Η αρχή της ζωής του Δηλίου χάνεται στα βάθη των αιώνων και πριν γίνουν ανασκαφές ήταν δύσκολο να αναφερθεί κανείς σε αυτή.
Οπωσδήποτε όμως κατά τον 6ον π.Χ. αιώνα όχι μόνο υπήρχε, αλλά ήταν και ευρύτατα γνωστό.

Ο Στράβων, αναφερόμενος στο Δήλιο λέει: «Είτα (μετά τον Ωρωπόν) Δήλιον το ιερόν του Απόλλωνος εκ Δήλου αφιδρυμένου. Ταναγραίων πολίχνιον Αυλίδος διέχον σταδίους τριάκοντα ». Οπωσδήποτε λοιπον ο ναός του Απόλλωνα ήταν κτισμένος κατά το πρότυπο του ναού της Δήλου όπως και αλλού το ιερό του Ασκληπιού ήταν όμοιο του ναού της Θεσσαλικής Τρίηκης, «ιερόν Ασκληπιού, αφίδευμα του εν τη Θετταλική Τρίηκη ».

Κατά τη μάχη του Δηλίου (424 π.Χ.) ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης προσπαθεί να τειχίση το ιερόν, καταστρέφων τις εντός αυτού ιδιωτικές οικίες για εξεύρεση λίθων. Φαίνεται ότι το ιερόν δε βρισκόταν γενικά σε καλή κατάσταση.

Το 2ο μ.Χ. αιώνα επισκέφτηκε το Δήλιον ο Παυσανίας ο οποίος λέει ότι στο ναό του Απόλλωνα υπήρχαν αγάλματα της Λητούς και της Αρτέμιδος.

Το Δήλιον συνδέεται στενότερα με τη Δήλο και η ονομασία του οφείλεται σε αυτή τη σχέση. Υπήρχε και εδώ ναός του Απόλλωνος, ο οποίος
κατά τον Bursian, ιδρύθηκε απο Ίωνες της Δήλου. 0 Απόλλων επειδή γεννήθηκε στη Δήλο και λατρεύτηκε κυρίως εκεί, ονομαζόταν Δήλιος και Διμιεύς.

Κατά τον ίδιο ασφαλώς τρόπο ονομάσθηκε Δήλιον και το μικρό χωριό της Βοιωτίας.
Σήμερα στη γλώσσα των χωρικών της Ταναγραϊκής αλλά και γενικότερα, λέγεται Δήλεσι ή Δίλισι, αποτέλεσμα του Αρβανίτικου εποικισμού.



Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΗΛΙΟΥ

Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, οι Αθηναίοι γνώρισαν τη μεγαλύτερη πρόοδο σε όλες τις μορφές του πολιτισμού, γι' αυτό και η εποχή του Περικλέους ονομάστηκε «Χρυσός αιών».

Δυστυχώς όμως ο φθόνος και η αντιζηλία των ελληνικών πόλεων, οδήγησαν σε σύγκρουση τις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Σπάρτη και κοντά σε αυτές όλες τις υπόλοιπες.

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) ξέσπασε κατά τον Θουκυδίδη, λόγω της αύξησης της δύναμης των Αθηνών και από το φόβο των Σπαρτατιών για το λόγο αυτό. Τη δε αφορμή έδωσε η σύγκρουση των Κορινθίων με τους Κερκυραίους.

Η Ελλάδα χωρίστηκε και πάλι σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Με τους Σπαρτάτιες πήγαν ολοι οι Πελοποννήσιοι, εκτός από τους Αργείους και τους Αχαείς, οι οποίοι τήρησαν κάποια ουδετερότητα και οι Μεγαρείς, οι Βοιωτοί, εκτός των Πλαταιέων, οι Λοκροί, οι Φωκαείς, οι Αμπρακιώται και οι Λευκάδιοι.

Με τους Αθηναίους πήγαν οι Πλαταιείς, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, οι Ακαρνάνες, οι Κερκυραίοι και οι Θεσσαλοί με το αξιόμαχο ιππικό τους.

Ο πόλεμος άρχισε την άνοιξη του 431 π.Χ. με την επίθεση των Θηβαίων κατά των Πλαταιών, συμμάχων των Αθηναίων. 0 Αρχίδαμος, αρχηγός των Σπαρτιατικών δυνάμεων, ήρθε στη Βοιωτία και ο Ωρωπός λεηλατήθηκε κυριολεκτικά.

Κατά το δεύτερο χρόνο του πολέμου, το καλοκαίρι του 430 π.Χ. θέρισε τους Αθηναίους μεγαλη επιδημία και μεταξύ των θυμάτων ήταν και οι δύο γιοι του Περικλέους. Το ίδιο έπαθε ο Αθηναϊκός στρατός και στην Ποτείδαια, όπου και εκεί απέτυχε στην αποστολή του.

Δύο μήνες και έξι μέρες από την κήρυξη του Πελοποννησιακού πολέμου, την άνοιξη του 429 π.Χ. πέθανε ο Περικλής, αφήνοντας πίσω του μεγάλο κενό.

Κατά το θέρος του 424 π.Χ. ο Βρασίδας, αρχηγός των Σπαρτατικών δυνάμεων βρισκόταν στα Μέγαρα. Με αυτόν ενώθηκαν οι Βοιωτοί για να εμποδίσουν τους Αθηναίους να κυριεύσουν την πόλη και η σύγκρουση που ακολούθησε κοντά στη Νίσα δεν ανέδειξε νικητή.

Τα γεγονότα αυτά έπεισαν τους Αθηναίους ότι οι δυνατοί Βοιωτοί ήταν επικίνδυνοι. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν με αιφνιδιαστική επίθεση, να κυριεύσουν μερικές αξιόλογες πόλεις και να εξασθενήσουν τη δύναμή τους. Περισσότερο δε απέβλεπαν στην αντικατάσταση του αριστοκρατικού πολιτεύματος των Βοιωτών με το δημοκρατικό για να μπορέσουν έτσι αφενός μεν να διαλύσουν τη φιλία τους με τη Σπάρτη και αφετέρου να τους στρέψουν εναντίον της.

Με αυτή την πρόθεση οι Αθηναίοι στρατηγοί Δημοσθένης και Ιπποκράτης, συνεννοήθηκαν με τους εξόριστους Θηβαίους και ιδιαίτερα με τον Πτοιόδωρο και κατέστρωσαν το σχέδιο.

Βάσει αυτού έπρεπε στην αρχή να κυριευτούν τα ευρισκόμενα στο Κρισαίο κόλπο οχυρώματα των Βοιωτών και στη συνέχεια η Χαιρώνεια, η οποία ανήκει στον Ορχομενό και της οποίας πολλοί εξόριστοι ήταν συνεργάτες των Αθηναίων.

Παράλληλα, οι άλλοι Αθηναίοι θα έπρεπε να καταλάβουν το Δήλιο επίνειο τότε της Τανάγρας. Όλα αυτά έπρεπε να γίνουν την ίδια μέρα, ώστε να αιφνιδιαστούν οι Βοιωτοί και να μη μπορέσουν να βοηθήσουν το Δήλιον αναγκασμένοι να υπερασπίσουν τας Σίφας και τη Χαιρώνεια.

Οι Αθηναίοι έλπιζαν ότι με την κατάληψη του Δήλιου Θα αποκτούσαν ορμητήριο και με τη βοήθεια των Πλαταιών και άλλων φίλων τους Θα πετύχαιναν τους σκοπούς τους. Κατά το σχέδιο, ο Δημοσθένης, εισβάλει στη Ναύπακτο με 40 πλοία, έτοιμος, αφού συγκεντρώσει στρατό από τους Ακαρνάνες και άλλους συμμάχους, να καταλάβει τας Σίφας. Ο δε Ιπποκράτης ετοιμαζόταν για το Δήλιον.

Δυστυχώς άμως για τους Αθηναίους, το σχέδιο της συνδυασμένης επίθεσης απέτυχε, διότι ο Δημοσθένης έπλευσε νωρίτερα στας Σίφας, οι δε Βοιωτοί ενημερωμένοι, είχαν λάβει τα μέτρα τους στας Σίφας και στη Χαιρώνεια. Έτσι οι Αθηναίοι επέστρεψαν άπρακτοι.

Στην άλλη άκρη της Βοιωτίας, ο Ιπποκράτης οδήγησε τους Αθηναίους στο Δήλιον.
Όπως φαίνεται, εκεί δεν υπήρχαν βοιωτικά στρατεύματα γιατί δεν αντιμετώπισαν καμιά αντίσταση. Κατέλαβε το Δήλιον και αφού στρατοπεύδευσε, το ετείχισε και ιδιαίτερα το ιερό του Απόλλωνα, το οποίο περιέβαλε με τάφρο και πρόχωμα.

Ύστερα από τέσσερες ημέρες σκληρής εργασίας,αφού τέλειωσε το μεγαλύτερο μέρος της οχυρώσεως, απομάκρυνε απά το Δήλιο το στρατό του ώστε να φαίνεται ότι αποχωρεί. Ο ίδιος ο Ιπποκράτης παρέμεινε για να τελειώσει την οχύρωση.

Οι Βοιωτοί είχαν αποχωρήσει από τας Σίφας και είχαν συγκεντρωθεί στην Τανάγρα, από όπου παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Αθηναίων, έτοιμοι να αποκρούσουν την εισβολή, την οποία θεωρούσαν βεβαία.

Το τέχνασμα του Ιπποκράτη, δηλαδή η φαινομενική αποχώρηση των Αθηναίων από το Δήλιον, έπεισε αρκετούς Βοιωτούς και τους περισσότερους Βοιωτάρχες, ότι οι Αθηναίοι φοβήθηκαν και επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Για το λόγο αυτό και για το ότι οι Αθηναίοι βρίσκονταν στα σύνορα της Βοιωτίας δε Θέλησαν να πολεμήσουν. Από τους έντεκα όμως Βοιωτάρχες, o Παγώνδας, ο υιός του Αιόλαδου, Βοιωτάρχης των Θηβών και ο Αριανθίδης, υιός του Λυσιμαχίδου, επέμειναν ότι έπρεπε να απωθήσουν τους Αθηναίους στο εσωτερικό της χώρας τους. Ο δε Παγώνδας, ο οποίος έτυχε να είναι εκείνη την ημέρα «ηγεμονεύων Βοιωτάρχης», για να μη συναντήσει αντίδραση κάλεσε τους στρατιώτες του σε μικρές ομάδες και τους είπε:

« Άνδρες της Βοιωτίας. Εμείς οι άρχοντες δεν έπρεπε καθόλου να σκεφτούμε ότι δε θα έπρεπε να επιτεθούμε εναντίον των Αθηναίων επειδή αυτή τη στιγμή δε βρίσκονται στη βοιωτική γη. Διότι αν δεν ήθελαν να υποδουλώσουν τον τόπο μας γιατί ξεκίνησαν με όλο το στρατό τους, ήρθαν στο Δήλιον και κατασκεύασαν τείχος; Βεβαίως για να καταστρέψουν τη Βοιωτία. Οι Αθηναίοι λοιπόν, είναι εχθροί μας και θα είναι δίκαιο να τους επιτεθούμε οπουδήποτε διότι αυτοί πρώτοι εκστράτευσαν εναντίον μας.

Εναντίον τέτοιων επικίνδυνων γειτόνων πρέπει να πολεμήσουμε με γενναιότητα διότι αν νικηθούμε, η πατρίδα μας θα χάσει ότι απέκτησε μέχρι τώρα με τόσες θυσίες.

Έτσι τελείωσε τον ενθουσιώδη λόγο του o ικανός και τολμηρός Παγώνδας, ο οποίος ήξερε να αποκτά την αγάπη των στρατιωτών του και μετέδωσε τον ενθουσιασμό σε ολόκληρο το στράτευμα. Και μόλις δόθηκε το σύνθημα όλοι μαζί ξεκίνησαν για το Δήλιον, με ταχύτητα για να μην τους προλάβει η νύχτα. Πριν φτάσουν σε αυτό, σταμάτησαν πίσω από το λόφο για να μην τους δουν οι Αθηναίοι και να πάρουν τις τελευταίες οδηγίες. Κατόπιν πήραν τα όπλα τους, ανέβηκαν πάνω στο λόφο και η δύναμή τους που πλησίαζε τις 19 χιλιάδες (εφτά χιλιάδες οπλίτες, περισσότεροι απο δέκα χιλιάδες ελαφρώς οπλισμένοι, χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πελταστές). παρατάχτηκαν ως εξής:

Το δεξιο άκρο κατείχαν οι Θηβαίοι παρατεταγμένοι σε βάθος 25 αντρών, το αριστερό οι Ταναγραίοι, οι Θεσπιείς και οι Ορχομένιοι, στο κέντρο οι Αλιάρτιοι, οι Κωπαείς, οι Κορωναίοι κ.ά. Εις τα δύο άκρα τοποθετήθηκαν οι ιππείς και οι ελαφρώς οπλισμένοι. Έτσι ο βοιωτικός στρατός ήταν έτοιμος για την επίθεση.
Αλλά και στο στρατόπεδο των Αθηναίων όπως ήταν φυσικό, παρατηρείτο η ανάλογη κίνηοη. Ο Ιπποκράτης βρισκόταν στο Δήλιον όταν έμαθε τις κινήσεις των Βοιωτών. Άφησε εκεί 300 ιππείς για να φρουρούν το ιερόν και πήγε στο στρατόπεδο των ΑΘηναίων.

Οι Αθηναίοι ήταν περίπου 7.000 και παρατάχθηκαν σε βάθος οκτώ αντρών με τους ιππείς στα δύο άκρα. Όταν όλο το στράτευμα ήταν έτοιμο, ο Ιπποκράτης δεν παράλειψε να τους ενθαρρύνει λέγοντας: «Άνδρες Αθηναίοι. Δεν είναι ανάγκη να πω πολλά διότι για τους γενναίους άνδρες αρκούν τα λίγα και τα οποία λέγονται για να υπενθυμίσουν το καθήκον. Ας μη νομίσει κανείς από εμάς ότι επειδή βρισκόμαστε σε ξένη γη δεν πρέπει να πολεμήσουμε διότι αν και βρισκόμαστε εδώ, ο αγώνας γίνεται για την πατρίδα. Η μάχη αυτή θα είναι απο τις σημαντικότερες, διότι αν νικήσουμε ουδέποτε πλέον οι Πελοποννήσιοι θα εισβάλουν στη χώρα μας επειδή δε θα έχουν τη βοήθεια του βοιωτικού ιππικού. Με μια λοιπόν μάχη και τη Βοιωτία θα νικήσουμε και την πατρίδα θα ελευθερώσουμε.

Γίνετε λοιπόν άξιοι της πόλεως των Αθηνών, για την οποία είστε περήφανοι και των πατέρων οι οποίοι νίκησαν τους Βοιωτούς στα Οινόφυτα και έγιναν κύριοι ολης της Βοιωτίας».

Πριν τελειώσει ο Ιπποκράτης φάνηκε να έρχεται ο όγκος των Βοιωτών. Η μάχη άρχισε και τα πτώματα των στρατιωτών κάλυπταν το πεδίο της μάχης. Ο αγώνας ήταν σκληρός και πεισματώδης.
Στην αρχή ενικάτο το αριστερό άκρο των Βοιωτών από τους Αθηναίους, οι οποίοι πίεζαν ιδιαιτέρως τους Θεσπιείς που είχαν και τις μεγαλύτερες απώλειες. Αντιθέτως στο δεξιό άκρο οι Θηβαίοι απωθούσαν τους Αθηναίους.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή για το αριστερό άκρο των Βοιωτών, ο Παγώνδας έστειλε δύο ίλες ιππικού για να το ενισχύσει. Η κίνηση αυτή του Παγώνδα υπήρξε σωτηρία, διότι οι Αθηναίοι νόμισαν ότι νέο στράτευμα των Βοιωτών ήρθε προς ενίσχυση και τους περικύκλωσε και πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή.

Άλλοι από αυτούς όρμησαν προς το ιερό του Απόλλωνα, αλλοι προς τον Ωρωπό, άλλοι προς την Πάρνηθα και όπου νόμιζε ο καθένας ότι θα σωθεί. Οι Βοιωτοί μανιασμένοι τους καταδίωκαν μέχρι τη νύχτα,

Αξιοσημείωτο είναι ότι στη μάχη έλαβε μέρος και ο Σωκράτης, ο οποίος κατά την ώρα της φυγής έσωσε τον Ξενοφώντα, ο οποίος έπεσε από το άλογό του.

Μετά το τέλος της συμπλοκής οι Βοιωτοί έστησαν τρόπαιο για τη νίκη τους, μετέφεραν τους νεκρούς τους και τους έθαψαν στην πατρική γη με μεγάλες τιμές όπως τουλάχιστον δείχνουν οι νεκροί των δύο πολεων της Τανάγρας και των Θεσπιών.

Οι πολεμιστές αφού αφαίρεσαν απο τους νεκρούς Αθηναίους ότι είχαν, άφησαν στρατιώτες να φρουρούν και αποσύρθηκαν στην Τανάγρα απ' όπου ετοιμάζοντο για νέα επίθεση εναντίον της Πολίχνης και του ιερού του Δηλίου το οποίο βρισκοταν ακόμη στα χέρια των Αθηναίων. Συγχρόνως έστειλαν κήρυκα στην Αθήνα και διαμαρτυρήθηκαν για την παράνομη κατάληψη του Δήλιου, για τη βεβήλωση του ιερού του Απόλλωνα και για την ύδρευση από το «άψαυστον ύδωρ » το προοριζόμενο μόνο για τις ιεροτελεστίες. Και τελικά τους κάλεσαν να αποχωρήσουν από το Δήλιον.

Οι Αθηναίοι όμως λογω της μεγάλης σημασίας που έδιναν για το Δήλιον, αρνήθηκαν να το εγκαταλείψουν, τότε οι Βοιωτοί έφεραν απο τον κόλπο του Μηλιέως ακοντιστές και σφενδονήτες και με τη βοήθεια 2000 Κορινθίων και άλλων Πελοποννησίων καθώς και Μεγαρέων βάδισαν εναντίον του Δηλίου. Η πολιορκία κράτησε 15 ημέρες και στο τέλος οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να υποκύψουν. Στην πολιορκία χρησιμοποιήθηκαν πολλά μέσα και μηχανήματα ένα εκ των οποίων περιγράφει με λεπτομέρειες ο Θουκυδίδης. Τούτο ήταν κατασκευασμένο από μια κεραία την οποία έσκισαν στη μέση και την κοίλαναν. Έπειτα ένωσαν τα δυο κομμάτια σχηματίζοντας εσωτερικά αυλάκι. Δια μέσω αυτού περνούσε αέρας 0 οποίος έφτανε αε ένα λέβητα στερεωμένο στο επάνω μέρος της κεραίας. Το μηχάνημα ήταν στερεωμένο στο τείχος έτσι ώστε το επάνω άκρο του έφτανε στις επάλξεις. Ο αέρας όταν έφτανε στο λέβητα που είχε αναμμένα κάρβουνα, πίσσα και Θειάφι, δημιουργούσε τόσο μεγάλη φλόγα που δεν ήταν δυνατόν να μείνει κανείς επάνω στο τείχος. Μη μπορώντας λοιπόν, οι Αθηναίοι να αντιδράσουν, αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή και να εγκαταλείψουν το Δήλιον το οποίο περιήλθε στα χέρια των Βοιωτών. Από τη φρουρά άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι, οι περισσότεροι, έφυγαν με πλοία και 200 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ύστερα από όλα αυτά επέτρεψαν στους Αθηναίους να πάρουν τους νεκρούς τους οι οποίοι επί 17 ημέρες έμεναν άταφοι.
Η μάχη αυτή ήταν φονικότατη διοτι κατά τον Θουκυδίδη σκοτώθηκαν 500 Βοιωτοί και 1.000 Αθηναίοι μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης. Επίσης σκοτώθηκαν πολλοί απά τους ελαφρά οπλισμένους. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες και καταστρεπτικότερες μάχες μεταξύ των Ελλήνων διότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τις 3.000. Ήταν τόσα πολλά τα λάφυρα των Θηβαίων από τη μάχη ώστε από την αξία τους κατασκεύασαν μεγάλη στοά στην αγορά τους και την στολισαν με χάλκινους ανδριάντες και πολλά ιερά. Σε ανάμνηση δε αυτού του γεγονοτος γιάρταζαν τα Δήλια. Έτσι η μάχη από την οποία ο Ιπποκράτης και οι Αθηναίοι περίμεναν πολλά, κατέληξε σε βάρος τους. Ήταν η τελευταία προσπάθεια του Ιπποκράτη να εμποδίσει το Βοιωτικό Ιππικό που κάθε τόσο εισέβαλε στην Αττική και πρόσφερε βοήθεια στους Σπαρτιάτες. Ήταν βέβαιος ότι με τη νίκη του στο Δήλιο πλησίαζε και το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.

Αλλά η μάχη αυτή ήταν αξιοσημείωτη και από στρατιωτικής άποψης διότι κατά το Βισχέριον εδώ παρουσιάζονται για πρώτη φορά στον ελληνικό στρατό οι πελταστές και κατά τον Παπασταύρον «οι Βοιωτοί για πρώτη φορά χρησιμοποίησαν νέα τακτική στην επίθεση την οποία έκαναν με το δεξιά κέρας, ενώ το αριστερά τους συνεπτύχθη.Η πρώτη φάση, της κατοπιν λοξής φάλαγγος ».

Η μάχη του Δηλιού το 424 π.Χ. ήταν μια απο τις σημαντικότερες μεταξύ Ελλήνων και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του τόπου.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΔΗΛΙΟΥ

ΔΗΛΕΣΙ

Το αρχαίον Δήλιον της Βοιωτίας βρισκόταν στην ίδια θέση με το σημερινό, όπως μαρτυρούν οι σπόνδυλοι των κόνων και πολλά Θεμέλια που σήμερα καλύπτονται από τη θάλασσα και που διακρίνονται όταν αυτή αποσύρεται.

'Ηταν πολίχνη της Βοιωτίας στην αρχή μεν, υπαγόμενο στη Θήβα. Αργότερα δε στην Τανάγρα της οποίας ήταν και το επίνειο της.

'Ηταν ένα από τα κυριότερα λιμάνια της βοιωτικής ακτής προς τον Ευβοϊκό κόλπο απέναντι από την Ερέτρια. Αλλά και οι δημόσιοι δρόμοι έδιναν ιδιαίτερη κίνηση εις το Δήλιο το οποίο βρισκόταν μεταξύ τόσων κωμοπόλεων με τις οποίες είχε στενή επικοινωνία. 'Ενας κεντρικός δρόμος από την Τανάγρα προς τον Ωρωπό και το Αμφιαράειον διερχόμενος από τα Οινόφυτα, συναντούσε δυο άλλους παραλληλους και κάθετους προς αυτόν μεταξύ των οποίων βρισκόταν το Δήλιον. Οι δρόμοι αυτοί με μικρή παράκλιση διασώζονται μέχρι και σήμερα.

Η αρχή της ζωής του Δηλίου χάνεται στα βάθη των αιώνων και πριν γίνουν ανασκαφές ήταν δύσκολο να αναφερθεί κανείς σε αυτή.
Οπωσδήποτε όμως κατά τον 6ον π.Χ. αιώνα όχι μόνο υπήρχε, αλλά ήταν και ευρύτατα γνωστό.

Ο Στράβων, αναφερόμενος στο Δήλιο λέει: «Είτα (μετά τον Ωρωπόν) Δήλιον το ιερόν του Απόλλωνος εκ Δήλου αφιδρυμένου. Ταναγραίων πολίχνιον Αυλίδος διέχον σταδίους τριάκοντα ». Οπωσδήποτε λοιπον ο ναός του Απόλλωνα ήταν κτισμένος κατά το πρότυπο του ναού της Δήλου όπως και αλλού το ιερό του Ασκληπιού ήταν όμοιο του ναού της Θεσσαλικής Τρίηκης, «ιερόν Ασκληπιού, αφίδευμα του εν τη Θετταλική Τρίηκη ».

Κατά τη μάχη του Δηλίου (424 π.Χ.) ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης προσπαθεί να τειχίση το ιερόν, καταστρέφων τις εντός αυτού ιδιωτικές οικίες για εξεύρεση λίθων. Φαίνεται ότι το ιερόν δε βρισκόταν γενικά σε καλή κατάσταση.

Το 2ο μ.Χ. αιώνα επισκέφτηκε το Δήλιον ο Παυσανίας ο οποίος λέει ότι στο ναό του Απόλλωνα υπήρχαν αγάλματα της Λητούς και της Αρτέμιδος.

Το Δήλιον συνδέεται στενότερα με τη Δήλο και η ονομασία του οφείλεται σε αυτή τη σχέση. Υπήρχε και εδώ ναός του Απόλλωνος, ο οποίος
κατά τον Bursian, ιδρύθηκε απο Ίωνες της Δήλου. 0 Απόλλων επειδή γεννήθηκε στη Δήλο και λατρεύτηκε κυρίως εκεί, ονομαζόταν Δήλιος και Διμιεύς.

Κατά τον ίδιο ασφαλώς τρόπο ονομάσθηκε Δήλιον και το μικρό χωριό της Βοιωτίας.
Σήμερα στη γλώσσα των χωρικών της Ταναγραϊκής αλλά και γενικότερα, λέγεται Δήλεσι ή Δίλισι, αποτέλεσμα του Αρβανίτικου εποικισμού.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΗΛΙΟΥ


Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, οι Αθηναίοι γνώρισαν τη μεγαλύτερη πρόοδο σε όλες τις μορφές του πολιτισμού, γι' αυτό και η εποχή του Περικλέους ονομάστηκε «Χρυσός αιών».

Δυστυχώς όμως ο φθόνος και η αντιζηλία των ελληνικών πόλεων, οδήγησαν σε σύγκρουση τις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα και Σπάρτη και κοντά σε αυτές όλες τις υπόλοιπες.

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) ξέσπασε κατά τον Θουκυδίδη, λόγω της αύξησης της δύναμης των Αθηνών και από το φόβο των Σπαρτατιών για το λόγο αυτό. Τη δε αφορμή έδωσε η σύγκρουση των Κορινθίων με τους Κερκυραίους.

Η Ελλάδα χωρίστηκε και πάλι σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Με τους Σπαρτάτιες πήγαν ολοι οι Πελοποννήσιοι, εκτός από τους Αργείους και τους Αχαείς, οι οποίοι τήρησαν κάποια ουδετερότητα και οι Μεγαρείς, οι Βοιωτοί, εκτός των Πλαταιέων, οι Λοκροί, οι Φωκαείς, οι Αμπρακιώται και οι Λευκάδιοι.

Με τους Αθηναίους πήγαν οι Πλαταιείς, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, οι Ακαρνάνες, οι Κερκυραίοι και οι Θεσσαλοί με το αξιόμαχο ιππικό τους.

Ο πόλεμος άρχισε την άνοιξη του 431 π.Χ. με την επίθεση των Θηβαίων κατά των Πλαταιών, συμμάχων των Αθηναίων. 0 Αρχίδαμος, αρχηγός των Σπαρτιατικών δυνάμεων, ήρθε στη Βοιωτία και ο Ωρωπός λεηλατήθηκε κυριολεκτικά.

Κατά το δεύτερο χρόνο του πολέμου, το καλοκαίρι του 430 π.Χ. θέρισε τους Αθηναίους μεγαλη επιδημία και μεταξύ των θυμάτων ήταν και οι δύο γιοι του Περικλέους. Το ίδιο έπαθε ο Αθηναϊκός στρατός και στην Ποτείδαια, όπου και εκεί απέτυχε στην αποστολή του.

Δύο μήνες και έξι μέρες από την κήρυξη του Πελοποννησιακού πολέμου, την άνοιξη του 429 π.Χ. πέθανε ο Περικλής, αφήνοντας πίσω του μεγάλο κενό.

Κατά το θέρος του 424 π.Χ. ο Βρασίδας, αρχηγός των Σπαρτατικών δυνάμεων βρισκόταν στα Μέγαρα. Με αυτόν ενώθηκαν οι Βοιωτοί για να εμποδίσουν τους Αθηναίους να κυριεύσουν την πόλη και η σύγκρουση που ακολούθησε κοντά στη Νίσα δεν ανέδειξε νικητή.

Τα γεγονότα αυτά έπεισαν τους Αθηναίους ότι οι δυνατοί Βοιωτοί ήταν επικίνδυνοι. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν με αιφνιδιαστική επίθεση, να κυριεύσουν μερικές αξιόλογες πόλεις και να εξασθενήσουν τη δύναμή τους. Περισσότερο δε απέβλεπαν στην αντικατάσταση του αριστοκρατικού πολιτεύματος των Βοιωτών με το δημοκρατικό για να μπορέσουν έτσι αφενός μεν να διαλύσουν τη φιλία τους με τη Σπάρτη και αφετέρου να τους στρέψουν εναντίον της.

Με αυτή την πρόθεση οι Αθηναίοι στρατηγοί Δημοσθένης και Ιπποκράτης, συνεννοήθηκαν με τους εξόριστους Θηβαίους και ιδιαίτερα με τον Πτοιόδωρο και κατέστρωσαν το σχέδιο.

Βάσει αυτού έπρεπε στην αρχή να κυριευτούν τα ευρισκόμενα στο Κρισαίο κόλπο οχυρώματα των Βοιωτών και στη συνέχεια η Χαιρώνεια, η οποία ανήκει στον Ορχομενό και της οποίας πολλοί εξόριστοι ήταν συνεργάτες των Αθηναίων.

Παράλληλα, οι άλλοι Αθηναίοι θα έπρεπε να καταλάβουν το Δήλιο επίνειο τότε της Τανάγρας. Όλα αυτά έπρεπε να γίνουν την ίδια μέρα, ώστε να αιφνιδιαστούν οι Βοιωτοί και να μη μπορέσουν να βοηθήσουν το Δήλιον αναγκασμένοι να υπερασπίσουν τας Σίφας και τη Χαιρώνεια.

Οι Αθηναίοι έλπιζαν ότι με την κατάληψη του Δήλιου Θα αποκτούσαν ορμητήριο και με τη βοήθεια των Πλαταιών και άλλων φίλων τους Θα πετύχαιναν τους σκοπούς τους. Κατά το σχέδιο, ο Δημοσθένης, εισβάλει στη Ναύπακτο με 40 πλοία, έτοιμος, αφού συγκεντρώσει στρατό από τους Ακαρνάνες και άλλους συμμάχους, να καταλάβει τας Σίφας. Ο δε Ιπποκράτης ετοιμαζόταν για το Δήλιον.

Δυστυχώς άμως για τους Αθηναίους, το σχέδιο της συνδυασμένης επίθεσης απέτυχε, διότι ο Δημοσθένης έπλευσε νωρίτερα στας Σίφας, οι δε Βοιωτοί ενημερωμένοι, είχαν λάβει τα μέτρα τους στας Σίφας και στη Χαιρώνεια. Έτσι οι Αθηναίοι επέστρεψαν άπρακτοι.

Στην άλλη άκρη της Βοιωτίας, ο Ιπποκράτης οδήγησε τους Αθηναίους στο Δήλιον.
Όπως φαίνεται, εκεί δεν υπήρχαν βοιωτικά στρατεύματα γιατί δεν αντιμετώπισαν καμιά αντίσταση. Κατέλαβε το Δήλιον και αφού στρατοπεύδευσε, το ετείχισε και ιδιαίτερα το ιερό του Απόλλωνα, το οποίο περιέβαλε με τάφρο και πρόχωμα.

Ύστερα από τέσσερες ημέρες σκληρής εργασίας,αφού τέλειωσε το μεγαλύτερο μέρος της οχυρώσεως, απομάκρυνε απά το Δήλιο το στρατό του ώστε να φαίνεται ότι αποχωρεί. Ο ίδιος ο Ιπποκράτης παρέμεινε για να τελειώσει την οχύρωση.

Οι Βοιωτοί είχαν αποχωρήσει από τας Σίφας και είχαν συγκεντρωθεί στην Τανάγρα, από όπου παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Αθηναίων, έτοιμοι να αποκρούσουν την εισβολή, την οποία θεωρούσαν βεβαία.

Το τέχνασμα του Ιπποκράτη, δηλαδή η φαινομενική αποχώρηση των Αθηναίων από το Δήλιον, έπεισε αρκετούς Βοιωτούς και τους περισσότερους Βοιωτάρχες, ότι οι Αθηναίοι φοβήθηκαν και επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Για το λόγο αυτό και για το ότι οι Αθηναίοι βρίσκονταν στα σύνορα της Βοιωτίας δε Θέλησαν να πολεμήσουν. Από τους έντεκα όμως Βοιωτάρχες, o Παγώνδας, ο υιός του Αιόλαδου, Βοιωτάρχης των Θηβών και ο Αριανθίδης, υιός του Λυσιμαχίδου, επέμειναν ότι έπρεπε να απωθήσουν τους Αθηναίους στο εσωτερικό της χώρας τους. Ο δε Παγώνδας, ο οποίος έτυχε να είναι εκείνη την ημέρα «ηγεμονεύων Βοιωτάρχης», για να μη συναντήσει αντίδραση κάλεσε τους στρατιώτες του σε μικρές ομάδες και τους είπε:

« Άνδρες της Βοιωτίας. Εμείς οι άρχοντες δεν έπρεπε καθόλου να σκεφτούμε ότι δε θα έπρεπε να επιτεθούμε εναντίον των Αθηναίων επειδή αυτή τη στιγμή δε βρίσκονται στη βοιωτική γη. Διότι αν δεν ήθελαν να υποδουλώσουν τον τόπο μας γιατί ξεκίνησαν με όλο το στρατό τους, ήρθαν στο Δήλιον και κατασκεύασαν τείχος; Βεβαίως για να καταστρέψουν τη Βοιωτία. Οι Αθηναίοι λοιπόν, είναι εχθροί μας και θα είναι δίκαιο να τους επιτεθούμε οπουδήποτε διότι αυτοί πρώτοι εκστράτευσαν εναντίον μας.

Εναντίον τέτοιων επικίνδυνων γειτόνων πρέπει να πολεμήσουμε με γενναιότητα διότι αν νικηθούμε, η πατρίδα μας θα χάσει ότι απέκτησε μέχρι τώρα με τόσες θυσίες.

Έτσι τελείωσε τον ενθουσιώδη λόγο του o ικανός και τολμηρός Παγώνδας, ο οποίος ήξερε να αποκτά την αγάπη των στρατιωτών του και μετέδωσε τον ενθουσιασμό σε ολόκληρο το στράτευμα. Και μόλις δόθηκε το σύνθημα όλοι μαζί ξεκίνησαν για το Δήλιον, με ταχύτητα για να μην τους προλάβει η νύχτα. Πριν φτάσουν σε αυτό, σταμάτησαν πίσω από το λόφο για να μην τους δουν οι Αθηναίοι και να πάρουν τις τελευταίες οδηγίες. Κατόπιν πήραν τα όπλα τους, ανέβηκαν πάνω στο λόφο και η δύναμή τους που πλησίαζε τις 19 χιλιάδες (εφτά χιλιάδες οπλίτες, περισσότεροι απο δέκα χιλιάδες ελαφρώς οπλισμένοι, χίλιοι ιππείς και πεντακόσιοι πελταστές). παρατάχτηκαν ως εξής:

Το δεξιο άκρο κατείχαν οι Θηβαίοι παρατεταγμένοι σε βάθος 25 αντρών, το αριστερό οι Ταναγραίοι, οι Θεσπιείς και οι Ορχομένιοι, στο κέντρο οι Αλιάρτιοι, οι Κωπαείς, οι Κορωναίοι κ.ά. Εις τα δύο άκρα τοποθετήθηκαν οι ιππείς και οι ελαφρώς οπλισμένοι. Έτσι ο βοιωτικός στρατός ήταν έτοιμος για την επίθεση.
Αλλά και στο στρατόπεδο των Αθηναίων όπως ήταν φυσικό, παρατηρείτο η ανάλογη κίνηοη. Ο Ιπποκράτης βρισκόταν στο Δήλιον όταν έμαθε τις κινήσεις των Βοιωτών. Άφησε εκεί 300 ιππείς για να φρουρούν το ιερόν και πήγε στο στρατόπεδο των ΑΘηναίων.

Οι Αθηναίοι ήταν περίπου 7.000 και παρατάχθηκαν σε βάθος οκτώ αντρών με τους ιππείς στα δύο άκρα. Όταν όλο το στράτευμα ήταν έτοιμο, ο Ιπποκράτης δεν παράλειψε να τους ενθαρρύνει λέγοντας: «Άνδρες Αθηναίοι. Δεν είναι ανάγκη να πω πολλά διότι για τους γενναίους άνδρες αρκούν τα λίγα και τα οποία λέγονται για να υπενθυμίσουν το καθήκον. Ας μη νομίσει κανείς από εμάς ότι επειδή βρισκόμαστε σε ξένη γη δεν πρέπει να πολεμήσουμε διότι αν και βρισκόμαστε εδώ, ο αγώνας γίνεται για την πατρίδα. Η μάχη αυτή θα είναι απο τις σημαντικότερες, διότι αν νικήσουμε ουδέποτε πλέον οι Πελοποννήσιοι θα εισβάλουν στη χώρα μας επειδή δε θα έχουν τη βοήθεια του βοιωτικού ιππικού. Με μια λοιπόν μάχη και τη Βοιωτία θα νικήσουμε και την πατρίδα θα ελευθερώσουμε.

Γίνετε λοιπόν άξιοι της πόλεως των Αθηνών, για την οποία είστε περήφανοι και των πατέρων οι οποίοι νίκησαν τους Βοιωτούς στα Οινόφυτα και έγιναν κύριοι ολης της Βοιωτίας».

Πριν τελειώσει ο Ιπποκράτης φάνηκε να έρχεται ο όγκος των Βοιωτών. Η μάχη άρχισε και τα πτώματα των στρατιωτών κάλυπταν το πεδίο της μάχης. Ο αγώνας ήταν σκληρός και πεισματώδης.
Στην αρχή ενικάτο το αριστερό άκρο των Βοιωτών από τους Αθηναίους, οι οποίοι πίεζαν ιδιαιτέρως τους Θεσπιείς που είχαν και τις μεγαλύτερες απώλειες. Αντιθέτως στο δεξιό άκρο οι Θηβαίοι απωθούσαν τους Αθηναίους.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή για το αριστερό άκρο των Βοιωτών, ο Παγώνδας έστειλε δύο ίλες ιππικού για να το ενισχύσει. Η κίνηση αυτή του Παγώνδα υπήρξε σωτηρία, διότι οι Αθηναίοι νόμισαν ότι νέο στράτευμα των Βοιωτών ήρθε προς ενίσχυση και τους περικύκλωσε και πανικόβλητοι τράπηκαν σε φυγή.

Άλλοι από αυτούς όρμησαν προς το ιερό του Απόλλωνα, αλλοι προς τον Ωρωπό, άλλοι προς την Πάρνηθα και όπου νόμιζε ο καθένας ότι θα σωθεί. Οι Βοιωτοί μανιασμένοι τους καταδίωκαν μέχρι τη νύχτα,

Αξιοσημείωτο είναι ότι στη μάχη έλαβε μέρος και ο Σωκράτης, ο οποίος κατά την ώρα της φυγής έσωσε τον Ξενοφώντα, ο οποίος έπεσε από το άλογό του.

Μετά το τέλος της συμπλοκής οι Βοιωτοί έστησαν τρόπαιο για τη νίκη τους, μετέφεραν τους νεκρούς τους και τους έθαψαν στην πατρική γη με μεγάλες τιμές όπως τουλάχιστον δείχνουν οι νεκροί των δύο πολεων της Τανάγρας και των Θεσπιών.

Οι πολεμιστές αφού αφαίρεσαν απο τους νεκρούς Αθηναίους ότι είχαν, άφησαν στρατιώτες να φρουρούν και αποσύρθηκαν στην Τανάγρα απ' όπου ετοιμάζοντο για νέα επίθεση εναντίον της Πολίχνης και του ιερού του Δηλίου το οποίο βρισκοταν ακόμη στα χέρια των Αθηναίων. Συγχρόνως έστειλαν κήρυκα στην Αθήνα και διαμαρτυρήθηκαν για την παράνομη κατάληψη του Δήλιου, για τη βεβήλωση του ιερού του Απόλλωνα και για την ύδρευση από το «άψαυστον ύδωρ » το προοριζόμενο μόνο για τις ιεροτελεστίες. Και τελικά τους κάλεσαν να αποχωρήσουν από το Δήλιον.

Οι Αθηναίοι όμως λογω της μεγάλης σημασίας που έδιναν για το Δήλιον, αρνήθηκαν να το εγκαταλείψουν, τότε οι Βοιωτοί έφεραν απο τον κόλπο του Μηλιέως ακοντιστές και σφενδονήτες και με τη βοήθεια 2000 Κορινθίων και άλλων Πελοποννησίων καθώς και Μεγαρέων βάδισαν εναντίον του Δηλίου. Η πολιορκία κράτησε 15 ημέρες και στο τέλος οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να υποκύψουν. Στην πολιορκία χρησιμοποιήθηκαν πολλά μέσα και μηχανήματα ένα εκ των οποίων περιγράφει με λεπτομέρειες ο Θουκυδίδης. Τούτο ήταν κατασκευασμένο από μια κεραία την οποία έσκισαν στη μέση και την κοίλαναν. Έπειτα ένωσαν τα δυο κομμάτια σχηματίζοντας εσωτερικά αυλάκι. Δια μέσω αυτού περνούσε αέρας 0 οποίος έφτανε αε ένα λέβητα στερεωμένο στο επάνω μέρος της κεραίας. Το μηχάνημα ήταν στερεωμένο στο τείχος έτσι ώστε το επάνω άκρο του έφτανε στις επάλξεις. Ο αέρας όταν έφτανε στο λέβητα που είχε αναμμένα κάρβουνα, πίσσα και Θειάφι, δημιουργούσε τόσο μεγάλη φλόγα που δεν ήταν δυνατόν να μείνει κανείς επάνω στο τείχος. Μη μπορώντας λοιπόν, οι Αθηναίοι να αντιδράσουν, αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή και να εγκαταλείψουν το Δήλιον το οποίο περιήλθε στα χέρια των Βοιωτών. Από τη φρουρά άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι, οι περισσότεροι, έφυγαν με πλοία και 200 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ύστερα από όλα αυτά επέτρεψαν στους Αθηναίους να πάρουν τους νεκρούς τους οι οποίοι επί 17 ημέρες έμεναν άταφοι.
Η μάχη αυτή ήταν φονικότατη διοτι κατά τον Θουκυδίδη σκοτώθηκαν 500 Βοιωτοί και 1.000 Αθηναίοι μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης. Επίσης σκοτώθηκαν πολλοί απά τους ελαφρά οπλισμένους. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες και καταστρεπτικότερες μάχες μεταξύ των Ελλήνων διότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τις 3.000. Ήταν τόσα πολλά τα λάφυρα των Θηβαίων από τη μάχη ώστε από την αξία τους κατασκεύασαν μεγάλη στοά στην αγορά τους και την στολισαν με χάλκινους ανδριάντες και πολλά ιερά. Σε ανάμνηση δε αυτού του γεγονοτος γιάρταζαν τα Δήλια. Έτσι η μάχη από την οποία ο Ιπποκράτης και οι Αθηναίοι περίμεναν πολλά, κατέληξε σε βάρος τους. Ήταν η τελευταία προσπάθεια του Ιπποκράτη να εμποδίσει το Βοιωτικό Ιππικό που κάθε τόσο εισέβαλε στην Αττική και πρόσφερε βοήθεια στους Σπαρτιάτες. Ήταν βέβαιος ότι με τη νίκη του στο Δήλιο πλησίαζε και το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου.

Αλλά η μάχη αυτή ήταν αξιοσημείωτη και από στρατιωτικής άποψης διότι κατά το Βισχέριον εδώ παρουσιάζονται για πρώτη φορά στον ελληνικό στρατό οι πελταστές και κατά τον Παπασταύρον «οι Βοιωτοί για πρώτη φορά χρησιμοποίησαν νέα τακτική στην επίθεση την οποία έκαναν με το δεξιά κέρας, ενώ το αριστερά τους συνεπτύχθη.Η πρώτη φάση, της κατοπιν λοξής φάλαγγος ».

Η μάχη του Δηλιού το 424 π.Χ. ήταν μια απο τις σημαντικότερες μεταξύ Ελλήνων και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του τόπου.

===================================================================
Μετά την άλωση της Κορίνθου η Ελλάδα έχασε πλέον και τυπικά την ανεξαρτησία της αν και δεν ήταν ακόμη Ρωμαϊκή επαρχία .
Τέτοια έγινε το έτος 30 π.χ. και διευθυνόταν από Ανθύπατο με έδρα την Κόρινθο .
Η Θεσπιαία και η Τανάγρα δεν υπαγόντουσαν στην δικαιοδοσία του γιατί εθεωρούντο σύμμαχοι της Ρώμης .
Έτσι από το έτος 146 μέχρι το 87 η Βοιωτία αναπτύχθηκε οικονομικά διότι σε όλο αυτό το διάστημα δεν έγιναν πολεμικές συγκρούσεις και επαναστάσεις , και ο λαός απόλαυσε τα αγαθά της πολύχρονης ησυχίας . Δυστυχώς όμως την εποχή αυτή άρχισε ο πόλεμος μεταξύ του Μυθριδάτη και των Ρωμαίων . Ο πρώτος , που ήταν βασιλιάς του Πόντου , ήθελε να πολεμήσει τους Ρωμαίους και στην Ευρώπη όπως στην Ασία και έστρεψε τον στρατηγό Αρχέλαο ο οποίος έγινε κύριος του Αιγαίου πελάγους , έπλευσε στον Πειραιά και κατέλαβε την Αθήνα . Έπειτα εισέβαλε στην Βοιωτία όπου αυτός και ο στρατηγός Μητροφάνης έγιναν δεκτοί σαν σωτήρες . Έτσι η Βοιωτία πλην των Θεσπιών ετάχθη στο πλευρό του Αρχέλαου .
Ο Ρωμαίος στρατηγός Σένντιος έστειλε δύναμη από την Μακεδονία υπό τον Βρέτιον Σύλλαν ο οποίος συνεκρούσθη με τον Αρχέλαο κοντά στη Χαιρώνεια σε μάχη που διήρκεσε τρεις μέρες και μετά την οποία ο Βρέτιος αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αττική .
Κατά τις αρχές του έτους 87 π.χ. ψηφίστηκε από την Ρωμαϊκή Σύγκλητο σαν στρατηγός των Ρωμαίων εναντίον του Μυθριδάτου ο οποίος με 15.000 πεζούς και 1.500 πεζούς έφτασε στην Ελλάδα . Το μικρό αυτό στράτευμα έβλεπε περιφρονητικά ο Αρχέλαος ο οποίος διέθετε τόσο μεγάλη δύναμη ώστε η πεδιάδα γέμισε ιππείς , άρματα , ασπίδες και θυρεούς . Παρουσίαζε δε τόσο φοβερή εικόνα ώστε οι Ρωμαίοι ζητούσαν από τον Σύλλα να φύγουν χωρίς να συγκρουστούν .
Στη μάχη όμως που έγινε στην περιοχή του Θουρίου , νικητής ανεδείχθη ο Σύλλας . Μετά την μάχη ο Αρχέλαος έφυγε προς την Χαλκίδα ο δε Σύλλας πήγε στην Θήβα όπου έκανε θυσίες στους θεούς κοντά στην Οιδιπόδιον κρήνην . Ύστερα από λίγο καιρό όμως ο Αρχέλαος έλαβε νέες ενισχύσεις από τον Μυθριδάτη υπό τον Στρατηγό Δαρύλαον και αντιπαρατάχθηκε πάλι κοντά στον Ορχομενό . Οι στρατιώτες του Σύλλα δείλιασαν και οι περισσότεροι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους . Τότε ο Σύλλας έφιππος κρατώντας την σημαία προχώρησε στη μέση εκείνων που ήθελαν να φύγουν και είπε .
<< Δι εμέ καλόν είναι ν ΄ αποθάνω εδώ σεις όμως να μη λησμονήσετε εις εκείνους , οι οποίοι θα σας ρωτήσουν που προδώσατε τον αυτοκράτορά σας , να πείτε στον Ορχομενόν >> .
Αυτό ήταν αρκετό όχι μόνο να τους επαναφέρει στις θέσεις τους , αλλά και να τους εμψυχώσει ώστε να αναδειχθούν και πάλι νικητές . Έτσι η Βοιωτία , η οποία είχε το ατύχημα να λεηλατείται όχι μόνο από τους στρατηγούς του Σύλλα αλλά και από τους αντιπάλους του , έπαθε κατά τους χρόνους αυτούς αληθινή συμφορά , η οποία σταμάτησε μετά την συνθήκη του Δηλίου το 84 π.χ.
Της συνθήκης αυτής πρωτεργάτης ήταν ένας έμπορος από το Δήλιον , ο Αρχέλαος ομώνυμος του Αρχιστράτηγου ο οποίος μεσολάβησε να συναντηθούν με το Σύλλα που βρισκόταν στη δυσμένεια της Ρώμης . Κατά την συνάντηση αυτή ύστερα από θυελλώδη και μακρά συζήτηση υπέγραψαν στο Δήλιον συνθήκη ειρήνης το έτος 84 π.χ.

Αθανάσιος Κατσιφής. Κάτοικος Οινοφύτων

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

αρχαία Τανάγρα

ΤΑΝΑΓΡΑΙΚΗ –ΤΑΝΑΓΡΑΙΑ – ΠΟΙΜΑΝΔΡΙΣ – ΠΟΙΜΑΝΔΡΙΑ- ΤΑΝΑΓΡΑ- ΓΡΑΙΑ (ΤΑΝ-ΑΓΡΑΝ) = ΤΟΠΟΣ ΕΛΩΔΗΣ
Μια μελέτη και σπουδή της Ταναγραϊκής γης.
“ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΕΡΗΦΑΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ”

Η μεγάλη και ιστορική Βοιωτική πόλη, κράτος την εποχή της ακμής της, η οποία περικλείετε σήμερα από την Αρχαία Τανάγρα- Δήλεσι – Αυλίδα – Ριτσώνα – Άρμα (Τανάγρα-Μπράτσι ή Βράτσι) Κυρήκειο Όρος – Αρχαία Τανάγρα και απέχει 5 Km από το Δήμο Σχηματαρίου και 5 Km ανατολικά του σημερινού χωριού Τανάγρα.

Η Τανάγρα στην αρχαιότητα αποτελούσε το δώρο της φύσης γιατί ήταν κτισμένη ανάμεσα στη Βόρεια όχθη του μεγάλου πλωτού για την εποχή αυτή ποταμού, Ασωπού, και στην ανατολική όχθη του Θερμόδου ποταμού (Λάρις).Η ιστορία της αρχαίας Τανάγρας και γενικότερα της ευρύτερης περιοχής αρχίζει από των αρχαιοτάτων χρόνων, τους μυθικούς, όταν ο ποτάμιος Θεός της Βοιωτίας, Ασωπός, γιός του Ωκεανού από το γάμο του με την Μετώπη, κόρη του Δάδωνα απέκτησε πολλές κόρες. Την Θήβη, την Πλάταια, την Εύβοια, την Νεμέα, Αίγινα ( που άρπαξε ο Δίας) και την Τανάγρα. Ο άνδρας της Τανάγρας ο Ποίμανδρος ίδρυσε για χάρη της κοντά στο πατέρα της (βόρεια όχθη του Ασωπού) μια πόλη και προς τιμή της την ονόμασε Τανάγρα ή Ταναγραία. Ο Ποίμανδρος ήταν γιος του Χαιρεσιλάου, και της Στρατονίκης.


1) Νόμισμα Ποίμανδρου αριστερά , και δεξιά νόμισμα Ερμή του Κρυοφόρου

Οι αναφορές για ανθρώπινη εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της Τανάγρας, μας παραπέμπουν στο ιε΄ και ιδ΄ αιώνα π.Χ.

Η Τανάγρα ήκμασε από τους Μυκηναϊκούς έως και τους Ρωμαϊκούς χρόνους.

Ήταν το επίκεντρο της Ταναγραϊκής που περιελάμβανε το Άρμα , την Μυκαλησσό, τις Φαρές, τον Ελαιώνα, και άλλες θαμμένες σήμερα πόλεις. Ήταν μέλος της συμμαχίας του λεγομένου Βοιωτικού κοινού. Τα αποσπάσματα ποιημάτων που σώζονται σήμερα σε Αιγυπτιακούς πάπυρους της λυρικής Ταναγραίας ποιήτριας Κόριννας , σύγχρονης του άλλου λυρικού Βοιωτού ποιητή Πινδάρου μαζί με πολλά άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, της περιοχής μαρτυρούν την πρόοδο της πόλης στα γράμματα και στις τέχνες.

Η πόλη της αρχαίας Τανάγρας ήταν κτισμένη σε λόφο στην αριστερή όχθη του ποταμού Ασωπού και στα σύνορα της Αττικής. Η Τανάγρα αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς Παυσανία, Στράβωνα, Δικαίαρχο, Ηρόδοτο και από τους νεότερους Γεώργιο Τσεβά.

Ο Δικαίαρχος, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη, μας αναφέρει ότι βρισκόταν επί βραχώδους και υψηλού λόφου, γνωστού με το όνομα Γριμάδα ή Γριμάλα, παρά την Βόρεια όχθη του ποταμού Ασωπού. Τα σπίτια της Τανάγρας ήσαν κοσμημένα με ωραίες στοές και τοιχογραφίες. Οι κάτοικοι υπήρξαν Λαμπροί στην συμπεριφορά, λιτοί στον βίο, όλοι γεωργοί και όχι εργάτες. «Πιστοί , δίκαιοι, φιλόξενοι, μεταδοτικοί και αλλότριοι πάσης αδίκου πλεονεξίας».

Η πόλη ήταν κτισμένη στους πρόποδες του λόφου, ενώ στην κορυφή ευρίσκονται τα ιερά αυτής. Από αυτό βλέπουμε ότι οι Ταναγραίοι τους Θεούς τους είχαν στο πιο ψηλό σημείο της πόλης.


Εικόνα 2 : Περιγραφικός χάρτης περιοχής της αρχαίας Τανάγρας1

Γύρω – γύρω από την πόλη υπήρχε τείχος 2 μιλίων το οποίο κατεδαφίσθηκε το 456 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται σε σωρούς ερειπίων.

Από τα σπουδαιότερα ιερά ήταν τα εξής:

Α) Το ιερό του Διονύσου μετά λατρευτικού αγάλματος, έργο του περίφημου γλύπτου Πραξιτέλους και ενός επιπλέον αγάλματος του Τρίτωνος.

Ιδέα των αγαλμάτων τούτων λαμβάνουμε από τα νομίσματα της Τανάγρας των Ρωμαϊκών χρόνων. Πλησίον του ναού βρισκόντουσαν οι ναοί της Θέμιδος της Αφροδίτης, του Απόλλωνα, του Ερμού του κρυοφόρου και του Ερμού του Προμάχου. Λείψανα των ναών τούτων ήλθαν σε φως με τις ανασκαφές του 1890.

Κατά τον Λυκόφωνα ή Τανάγρα ήταν η υπό του Ομήρου μνημονευομένη πόλη Γραία, η επωνομασθείσα Ταναγραία ή Τανάγρα, προσλαβούσα κατά το Λύκε το πρόθυμα “Τανά” σε απόδειξη της Αιολικής αυτής καταγωγής.

Η Τανάγρα ήταν μια ελεύθερη πολιτεία της συμπολιτείας της Βοιωτίας έχοντας εκτεταμένη εύφορη περιοχή την Ταναγραϊκή. Την ανεξαρτησία της η Τανάγρα έχασε το 456 π.Χ όταν οι Αθηναίοι με τον Μυρωνίδη εισέβαλαν στην Βοιωτία και νίκησαν τους Βοιωτούς στα Οινόφυτα όπου κατεδαφίσθηκαν τελείως τα τείχη.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει για την Τανάγρα ότι οι αρχαιότατοι κάτοικοι της ήταν Φοίνικες (Γεφυραίοι) οι οποίοι ήλθαν με το Κάδμο στη Βοιωτία , μετά την αποπεράτωση των υδραυλικών έργων στην Θήβα εγκαταστάθηκαν στην Ταναγραϊκή γη , όπου τους έτυχε ως κλήρος τους.

Κατά την περίοδο των Ρωμαϊκών χρόνων η Τανάγρα ήταν αυτόνομη πολιτεία και εκ των ανθηρότερων πόλεων της Βοιωτίας. Παρήγαγε άφθονο και εξαίρετο κρασί και φημιζόταν για τους μαχητικούς πετεινούς (κοκόρια), τα οποία ονομαζόντουσαν «κόσσυφοι». Οι πετεινοί ήταν δύο είδη κατάλληλοι για κοκορομαχίες. Το μέγεθος τους ήταν σαν τα πουλερικά της Λυδίας, το χρώμα τους σαν του κόρακα, ενώ το γένι και το λειρί τους σαν της ανεμώνης. Είχαν λευκά σημάδια μικρά στην άκρη του ράμφους και στην άκρη της ουράς. Αυτή ήταν η μορφή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εξασκημένοι σε κοκορομαχίες πετεινοί της Τανάγρας ήταν γνωστοί ως «Ταναγραίοι αθλητές».

Η Μυκηναϊκή εγκατάσταση που εντοπίστηκε το1968 , χρονολογείται περίπου στο 1450 π.Χ. Βορειοδυτικά . της αρχαίας κλασικής Τανάγρας. Η ύπαρξη αυτού του συνοικισμού (1450 -1200 π.Χ.) ήταν άγνωστη μέχρι τα μέσα του 1950, όταν αρχαιοκάπηλοι ανακάλυψαν και σύλησαν θαλαμοειδείς τάφους, γεμάτους με ασυνήθιστες σαρκοφάγους από terracotta.

Εικόνα 3 : Δρόμος και είσοδος του θαλαμοειδούς τάφου Ν0 6 ( Σπυροπουλος Θεόδ.) .

Εικόνα 4 : Μυκηναϊκός τάφος ( Σπυρόπουλος Θεοδ . ) από τις ανασκαφές 1968 – 1969.

Το 1965 η καθηγήτρια Emily Vermeulen, δημοσίευσε ότι ήταν γνωστό γι’ αυτές τις σαρκοφάγους και πολύ σωστά υπέδειξε το χώρο προέλευσής τους, στον ευρύτερο χώρο της Τανάγρας. Τρία χρόνια αργότερα, ο αρχαιολόγος Θεόδωρος Σπυρόπουλος, ξεκίνησε ανασκαφές, που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και έφερε στην επιφάνεια τον Μυκηναϊκό οικισμό, νεκροταφεία και αρκετές εκατοντάδες τάφους σε περιοχή 200m ανατολικά της σημερινής Τανάγρας.


Εικόνα 5: Λάρνακες εντός του θαλάμου του τάφου Ν0 6 από τις ανασκαφές του 1968 – 69 (Σπυρόπουλος Θεόδ. ) .

Σ’ αυτούς τους τάφους βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός σαρκοφάγων - λαρνακών από terracotta, πανομοιότυπων των προαναφερθέντων και επίσης κτερίσματα καθη­μερινής χρήσης όπως εργαλεία, όπλα, μπρούτζινα αντικείμενα και αγαλματίδια θεο­τήτων από terracotta . Πρόδρομοι αυτών που θα ακολουθούσαν και θα γίνονταν το σήμα κατατεθέν της Ταναγραίας τέχνης, αργότερα.

Εικόνα 6: Αναμνηστική φωτογραφία από τις ανασκαφές του 1968 – 69. ( Δριχούτης Ανδρέας –Μωριάς -και μια από τις αρχαιολόγους ) .


Εικόνα 6 : Κάτοικοι του χωριού ( Τανάγρα ) που εργαζόντουσαν στις ανασκαφές του Μυκηναϊκού νεκροταφείου Τανάγρας. Από αριστερά : Μπελεγράτης Νικόλαος ( Κολιάκης ), Δριχούτης Ανδρέας του Δημητρίου, Νικολάου Κωνσταντίνος του Σωτηρίου, Τζελάς Ηλίας του Ιωάννου, Δριχούτης Παναγιώτης του Γεωργίου, η αρχαιολόγος και ο Σιαμπάνης Αναστάσιος του Ευαγγέλου.

Η πρώτη αναφορά της Ιστορικής Τανάγρας - εγκατεστημένης στο λόφο Γριμάδα Νοτιοανατολικά της σύγχρονης Τανάγρας - χρονολογείται γύρω στο 700 π.Χ. και αποδεικνύεται από έναν αριθμό σφραγιδόλιθων, προσφάτως δημοσιευμένων από τον Dr. R.C.S. Frisch. Τα στοιχεία, που έχουμε για τους πρώτους χρόνους ύπαρξης της αρχαίας Τανάγρας είναι περιορισμένα.

Ιστορικά η Τανάγρα εμφανίζεται πάλι το 585 π.Χ., όταν από κοινού, με τα Μέγαρα, ιδρύουν την Ηράκλεια, μια αποικία στη Νότια ακτή της Μαύρης θάλασσας.

Ο Παυσανίας μας αναφέρει ότι ΓΡΑΙΑ είναι το ομηρικό όνομα της Μυκηναϊκής Τανάγρας. Το Μυκηναϊκό νεκροταφείο που βρέθηκε 200m ανατολικά από το σημερινό χωριό Τανάγρα μαρτυρεί ότι ήταν το νεκροταφείο της Γραίας.

Η Μυκηναϊκή Τανάγρα μπορούμε να πούμε ότι ήταν στην άμεση περιοχή που βρίσκεται το σημερινό χωριό Τανάγρα.

Ο πετρώδης λόφος πάνω από το σημερινό χωριό Τανάγρα πρέπει να ήταν ο Γραός Στήθος που είχαν καταλάβει κατά τον Ξενοφώντα οι Θηβαίοι για να εμποδίσουν την προέλαση του Αγησίλαου από την αρχαία Τανάγρα προς την Θήβα.

Ο D.W. Roller ταυτίζει επίσης το Γραός στήθος με το λόφο Μονοβίγκλα ύψους 466m κοντά στο χωριό Τανάγρα και όχι στα υψώματα κοντά στη Θήβα .

Η επικράτεια της Μυκηναϊκής Γραίας μπορεί να έφθανε ως την περιοχή του Ωρωπού που ονομαζόταν Γραϊκή, και επειδή μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς είχαν αποικήσει στην παρά τη Ρώμη Κύμη και Γραείς , είναι πιθανόν οι Γραείς αυτοί να συνετέλεσαν στο να ονομαστούν από τους Ρωμαίους οι Έλληνες «grajj» (το πολύ κοινό επίθετο grajus σήμαινε τον Έλληνα ή τον Ελληνικό).

Μετά το 550 π.Χ. δημιουργείται μια Βοιωτική Ομοσπονδία, από πόλεις - κράτη, καθώς και η από κοινού κοπή ασημένιων νομισμάτων, από τις πόλεις Θήβα, Τανάγρα και Αλίαρτο.




Εικονα :7 : Νομίσματα πόλεων της Βοιωτίας

Τα νομίσματα τηs Τανάγραs ήταν αργυρά ,στατήρεs, δραχμέs και οβολοί τα οποία , έχουν στην εμπρόσθια όψη πάντοτε , την Βοιωτική ασπίδα. Στην οπίσθια όψη, ένα τετράγωνο με τα αρχικά γράμματα Τ ή ΤΑ ή Β ή ΒΟΙ ή και με την παράσταση του εμπρόσθιου μερουs καλπαζοντοs ίππου. Τα νομίσματα αυτά κόπηκαν , από το 550-315 π.χ. Κατά τουs αυτοκρατορικούs xρόνουs τα νομίσματα τηs Τανάγραs φέρουν ή την κεφαλή του εκάστοτε Ρωμαίου Αυτοκράτορα μετά τηs λέξεωs ΤΑΝΑΓΡΑΙΩΝ ή την κεφαλή του ποταμού Ασωπού η την προτομή του ΠΟΙΜΑΝΔΡΟΥ του μυθολογικού ιδρυτή τηs πόλεωs . Μερικά φέρουν τιs εικόνεs του Ερμού του κρυοφόρου, του Ερμού του προμάχου και του Διονύσου έργου του Καλάμιδοs.
Στην Τανάγρα γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πιο διάσημοs γιατρόs του 3ου π.χ. αιώνα ο Βακχείοs. Έγραψε πολλά πρωτότυπα ιατρικά έργα και πλήθοs από μελέτεs. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι : H σφυγμών επιτομή , Περί ρυθμού , Κίνηση εν χρόνοιs τάξιν έχουσιν, κ.τ.λ. . Εξέδωσε επίσηs πάρα πολλά έργα του Ιπποκράτη.
Το 480 π.Χ., η Θήβα, με την πλειοψηφία της Ομοσπονδίας, προσέφερε “γη και ύδωρ” στους Πέρσες εισβολείς, μια κίνηση λαθεμένη, που μετά την ήττα των Περσών, τους οδήγησε σε δυσμένεια αντιμετωπίζοντας πολιτικό και οικονομικό μα¬ρασμό.
Το επόμενο τέταρτο του αιώνα, η Τανάγρα αναδεικνύεται σε πολιτικό-οικονομικό κέντρο της Βοιωτίας. Εκδίδει, μόνη αυτή, νέα σειρά νομισμάτων με τα αρχικά και πάλι ΤΑ για την πόλη της Τανάγρας και ΒΟΙ για ολόκληρη την επικράτεια της Βοιωτίας.


Εικόνα 8 : τμήμα του τείχους της αρχαίας Τανάγρας όπως ευρίσκεται σήμερα.


Το 457 π.Χ., ο πληθυσμός της πόλης θρήνησε πολλές απώλειες, αποτέλεσμα δύο μαχών ενάντια στους Αθηναίους. Η Τανάγρα έχοντας συμμαχήσει με τους Σπαρτιάτες, νίκησε τους Αθηναίους αλλά με τεράστιες απώλειες, τόσο αυτή, όσο και οι σύμμαχοί της. Δύο νίκες που χαρακτηρίστηκαν “Πύρρειες”, τόσο για την Τανάγρα, όσο και για την Σπάρτη, έτσι ώστε οι δυνάμεις της Σπάρτης, αποδεκατισμένες, απεχώρησαν της Βοιωτίας, με προορισμό τη Λακεδαίμονα, αφήνοντας ανεκμετάλλευτες τις νίκες τους.
Τον ίδιο χρόνο αργότερα, οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εναντίον των Βοιωτών, με σκοπό να τους τιμωρήσουν παραδειγματικά, όπερ και εγένετο, στα Οινόφυτα, όπου ηττήθηκαν οι Βοιωτοί, με άμεσο αποτέλεσμα, οι Αθηναίοι να καταστρέψουν τα τείχη της Τανάγρας, να εγκαθιδρύσουν δημοκρατικού χαρακτήρα πολίτευμα - το ίδιο έγινε σ’ όλες τις Βοιωτικές πόλεις - και να διαμελίσουν την Ομοσπονδία, επιτυγχάνοντας την αποδυνάμωση κάθε Βοιωτικής πολιτείας. Η κατάσταση αυτή διήρκησε δέκα χρόνια και απ αυτήν την περίοδο έχουμε διαφορετικής κοπής νομίσματα, από κάθε πόλη ξεχωριστά, όλα με τη χαρακτηριστική Βοιωτική ασπίδα, αλλά με διαφορετική οπίσθια όψη για κάθε πόλη - αυτό της Τανάγρας συνεχίζει να απεικονίζει ένα καλπάζον άλογο με τα αρχικά ΤΑ (ΤΑΝΑΓΡΑ).
Το 445 π.Χ. Αθήνα και Σπάρτη συνάπτουν ειρήνη, μια ειρήνη που κράτησε 14 χρόνια. Στην περίοδο αυτή, οι Αθηναίοι δεν έφεραν αντίρρηση, όταν οι Βοιωτικές πόλεις, με πρωτοστατούσα την Θήβα εντάχθηκαν, για άλλη μια φορά, στην Σπαρτιατική συμμαχία. Η Θήβα ήταν αυτή που ανέλαβε ξανά, ηγεμονικό ρόλο απέναντι στις υπόλοι¬πες και για τα επόμενα 50 χρόνια.
Το 371 π.Χ., εξήντα χρόνια μετά το ξέσπασμα του Β Πελοποννησιακού πολέμου, όπου η Τανάγρα κατάφερε να μείνει αμέτοχη, η μοίρα της Τανάγρας συνδέεται ξανά με την πορεία των Θηβών. Είναι και η εποχή της παντοδυναμίας της Θήβας. Η Θήβα αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη πολιτική και στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας.
Είναι η εποχή του Επαμεινώνδα, του ευφυέστερου στρατηγού και πολιτικού των Βοιωτών. Οδήγησε τη Θήβα και τη Βοιωτική Κοινοπολιτεία στο ζενίθ της ακμής των, μια ακμή, που δυστυχώς, σταματάει με το θάνατό του, το 362 π.Χ.
Η κατάσταση επανέρχεται στα χρόνια, προ του Επαμεινώνδα, όπου ανεξάρτητες οι πόλεις συνεχίζουν την πορεία τους.
Το 338 π.Χ., όλη η Ελλάδα υποκύπτει στη στρατιωτική υπεροχή του Φιλίππου του B’, και για πρώτη φορά οι ελληνικές πολιτείες, υπό την ενθουσιώδη καθοδήγησή του, αποφασίζουν την από κοινού, επιθετική εκστρατεία κατά των Περσών.
Για πρώτη φορά οι τύχες, όλων των Ελλήνων, ενώνονται. Το αίσθημα του ΕΜΕΙΣ (οι ‘Έλληνες) ισχυροποιείται μέσω του ΑΥΤΟΙ (οι Πέρσες). Η Τανάγρα, την εποχή αυτή, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή των Θηβών, το 335 π.Χ., από το διάδοχο του Φιλίππου Β’, τον Αλέξανδρο τον Μέγα, είναι η κυριότερη και ίσως η πλουσιότερη πόλη της Βοιωτίας. Ακόμη και μετά την επανίδρυση των Θηβών το 315 π.Χ. Πολιτικά η Τανάγρα με όλη τη Βοιωτία από το 338 π.Χ. ως το 288 π.Χ., ανήκε στο Μακεδονικό Βασίλειο, ενώ από το 288 π.Χ. ως το 244 π.Χ. ήταν ανεξάρτητη. Το 244 π.Χ. προσχώρησε πάλι στο Μακεδονικό Βασίλειο. Όλες αυτές οι πολιτικές ουδέποτε επηρέασαν τις συνθήκες και ασχολίες των Ταναγραίων.


Εικόνα 9 : Πήλινα αγάλματα από Ταναγραίες

Η ευημερία της Τανάγρας την περίοδο αυτή, αντανακλάται στις επιτύμβιες στήλες και τα αγαλματίδια, που τόσος λόγος γίνεται για αυτά σήμερα.
Το τέλος του 3ου αιώνα, βάζει ένα τέρμα στην ευημερία της Τανάγρας. Κοινωνικές αναταραχές, με πρωταγωνιστές την μεσαία τάξη, οδηγούν την άλλοτε πλούσια Τανάγρα, στο χάος. Το 146 π.Χ. η Τανάγρα ακολουθεί και αυτή την μοίρα της υπόλοιπης Ελλάδας και κυριεύεται από τη νέα παγκόσμια δύναμη, τη Ρώμη. Η Ρωμαϊκή κατοχή, δεν προκάλεσε την αναμενόμενη καταστροφή, οικονομική και κοινωνική. Αντίθετα η Τανάγρα θριαμβεύει οικονομικά.
Ο Γεωγράφος - περιηγητής Στράβων μαρτυρεί σε αναφορές του, ότι στα τέλη του 1oυ μ.Χ. αιώνα, δύο πόλεις συνέχιζαν να υπάρχουν στην περιοχή, η Τανάγρα και οι Θεσπιές.
Το 2ο μ.Χ. αιώνα επισκέφτηκε την πόλη ο Παυσανίας, που αναφέρει ότι η Τανάγρα ήταν το ίδιο λαμπρά δημιουργική πόλη όσο και πριν 500 χρόνια. Η εποχή αυτή φτάνει σε μας, από ευρεθέντα νομίσματα, με αναπαραστάσεις των ναών της, του ΔΙΟΝΥΣΟΥ και του ΕΡΜΗ του Κρυοφόρου.

Εικόνα 10 : Ο θεός Διόνυσος

Οι επόμενοι δύο αιώνες κύλησαν, χωρίς να επιφέρουν βασικές αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική δομή της Τανάγρας, μέσα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Η μεταφορά της βασιλεύουσας στο Βυζάντιο καθώς και η υιοθέτηση του Χριστιανισμού, ως επίσημης πια θρησκείας του Ρωμαϊκού κράτους, στον 4ο αιώνα, δίνει στην Τανάγρα μια νέα πνοή δύναμης, μια δύναμη που αντλείται από την ανάδειξή της, σε Επισκοπή, μια από τις δέκα, της Βορείου Ελλάδος.
Η πόλη υπάρχει για ακόμη ένα αιώνα και εντάσσεται χρονολογικά στην περίοδο του Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.).
Τον 6ο μ.Χ. εμφανίζονται στο προσκήνιο, οι Άβαροι , ένας νομαδικός λαός Τατταρικής καταγωγής, φέρνοντας μαζί τους και αρκετούς Σλαύους. Οι Άβαροι εξαπλώθηκαν στη Βαλκανική, λεηλατώντας και καταστρέφοντας στο πέρασμά τους. Το τέλος της Τανάγρας, ήρθε άδοξα με αυτόν τον τρόπο, στα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ. Οι κάτοικοί της, προσέφυγαν στα νησιά του Αιγαίου και στην ενδοχώρα, η πόλη ερήμωσε και αφέθηκε στα ερείπια.
Ενθαρρυμένοι μετά το 783 μ.Χ. από τις τελευταίες εξελίξεις και την εδραίωση των Βυζαντινών στην περιοχή αρχίζουν οι Ταναγραίοι να επιστρέφουν στις προγονικές τους εστίες.
Ακολουθώντας την διάχυτη επιθυμία επιστροφής των στην Τανάγρα - οι απόγονοι των άλλοτε πανίσχυρων Ταναγραίων - αντίκρισαν μια ερειπωμένη πόλη. Η απαστράπτουσα, άλλοτε πολιτεία κειτόταν σε χαλάσματα, σωροί θύμιζαν τα τείχη που προστάτευαν την υπερήφανη πόλη, με τους δεκάδες ναούς, το αρχαίο Θέατρο, και τα εκατοντάδες εργαστήρια - κέντρα διαχρονικής τέχνης.
Αυτή την εικόνα αντίκρισαν, οι Ταναγραίοι , μια πόλη , χαλάσματα , που δεν μπόρεσε να ξανασταθεί στα πόδια της . Μοναδικά απομεινάρια της επανεγκατάστασης των Ελλήνων στην Τανάγρα, είναι δύο εκκλησίες - ρυθμού βασιλικής με τρούλο - του 12ου μ.Χ., του Άγ. Πολυκάρπου, και του Αγ. Θωμά, στα Νοτιοανατολικά της πόλης , όπου διατηρείται σήμερα σε άριστη κατάσταση.


Εικόνα 11 : Εκκλησία του Αγίου Πολυκάρπου στην περιοχή της αρχαίας Τανάγρας του 12 αιώνα

Ο Άγιος Πολύκαρπος ( που η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Φεβρουαρίου ) ανακαινίστηκε από την ενορία της Τανάγρας και είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της αρχαίας Τανάγρας και του σημερινού χωριού Τανάγρα. Η εκκλησία του Αγίου Πολυκάρπου χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο με την υπ αριθμόν ΥΠ.ΠΟ/Δ/ΑΠ/Γ924/24794 απόφαση. Ο ιερός ναός του Αγίου Πολυκάρπου Τανάγρας είναι μνημείο. Ο μονόχωρος καμαροσκεπής ναός είναι τρίπλευρη αψίδα ιερού βήματος δομημένη με πλυνθοπερίκλειστο σύστημα και αξιόλογο γλυπτό τέμπλο. Το μνημείο ανάγεται στον 12ο αιώνα.

Ενδεικτική είναι η χρήση ψηφιδωτών δαπέδων στους ναούς αυτής της περιόδου. Αυτές είναι και οι τελευταίες ενδείξεις ύπαρξης της Τανάγρας, ενώ ο χώρος που καταλάμβανε, ονομάζεται από το 14 αιώνα ή 15 αιώνα , “Γκριμάδα”, μια ονομασία με προέλευση ελληνική - από το ρήμα “ρημάζω, ίσως - και προσθήκη το “ΓΚ’ που προέρχεται μάλλον από τους, Ιλλυρικής καταγωγής, νομάδες που εγκαταστάθηκαν εδώ και 600 με 630 χρόνια και ονόμασαν την περιοχή Γκριμάδα = ερείπια.
Όνομα που έδωσαν οι αρβανίτες . (κάτοικοι στην περιοχή) , οι οποίοι βρήκαν την πόλη της Τανάγρας γκρεμισμένη.
Η ΤΑΝΑΓΡΑ όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω ήκμασε από τους Μυκηναϊκούς έως και τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Ήταν δε το επίκεντρο της Ταναγραϊκής που περιελάμβανε τους τέσσερις οικισμούς ΦΑΡΕΣ - ΑΡΜΑ - ΕΛΑΙΩΝΑ - ΜΥΚΑΛΗΣΣΟ δημιουργώντας τετρακωμία.


Εικόνα 12 : Νόμισμα της αρχαίας Τανάγρας




Απεικόνιση Ταναγραικού γάμου


------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Καλύμματα κεφαλής γυναικών ( πήλινα αγάλματα της Τανάγρας) .


----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Στοιχεία από το βιβλίο που επιμελήθηκε ο αρχαιολόγος Α. Σβουρδάκος και εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1995 από την 114 Πτέρυγα Μάχης και αναφερόταν στην Τανάγρα.
  2. Στοιχεία από τη Βοιωτική εφημερίδα Γνώμη σε άρθρο του Ιωάννη Λάμπρου.
  3. Στοιχεία από τα βοιωτικά του Παυσανία .
  4. Στοιχεία από αναφορές για τις ανασκαφές 1968 – 69 του Θ. Σπυρόπουλου.
  5. Στοιχεία από το βιβλίο η Θήβα και η Βοιωτία του Γ. Τσεβά .
  6. Φωτογραφικό αρχείο του Δριχούτη Παναγιώτη , κατοίκου Τανάγρας .
  7. Αναφορές από Δικαίαρχο, Ηρόδοτο, Λυκόφωνα , Στράβωνα και από περιηγητές.
  8. Στοιχεία από το αρχείο του δασκάλου Δημητρίου Παπαφράγκου.
  9. Αρχειακό υλικό απο το Πολιτιστικό Σύλλογο Τανάγρας Ποίμανδρος

2 Απεικόνιση της αρχαίας Τανάγρας περιβεβλημένης των τειχών της. Εντοπίζονται τα προάστια της άνω και κάτω πόλης μετά της Ακροπόλεως καθώς επίσης και τα σημαντικότερα κτιριακά συγκροτήματα για τα οποία έχουμε τα αρχιτεκτονικά στοιχεία σήμερα.

------------------------------------------------------------------------------------------------

Έρμαια

Αγωνιστικές εορτές σε σειρά ελληνικές πόλεις ( Σπάρτη, Αθήνα, Πελλήνη Αχαϊας , Φενεός , Κυλλήνη , Δήλος , Αρκαδικές πόλεις , Τανάγρα κ.α. ) , με γυμνικούς αγώνες και λαμπαδηφορίες παίδων και εφήβων , προς τιμή του θεού Ερμού Αγωνίου ή Εναγωνίου προστάτη των παλαιστρών και των γυμνασίων.
Στη Σαλαμίνα περιελάμβαναν μόνο ένα αγώνισμα , το Στάδιον, ενώ στην Αθήνα είχαν ως κύριο αγώνισμα τον δρόμο λαμπαδηφόρων.

Στην Τανάγρα είχαν ως κύριο αγώνισμα την αρματοδρομία. Οι Ταναγραίοι ξεκινούσαν τα Έρμαια με μεγάλη πομπή που είχε επικεφαλής τον πιο όμορφο νέο της πόλης με ένα κριάρι στους ώμους (Κριοφόρος) προς τιμή του Θεού που η τοπική παράδοση ήθελε να έχει σώσει την Τανάγρα από επιδημία μετά από Επιφάνειά του και καθάρσια κριοφορία ( Θεός Σωτήρ) .