Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Οι Ταναγραίες κόρες

Οι Ταναγραίες κόρες

Οι Ταναγραίες κόρες είναι περίφημα αρχαία Ελληνικά έργα πλαστικής τέχνης από τερακότα. Παρουσιάζουν γυναίκες σε όρθια ή καθιστή στάση, και προέρχονται από τα λεγόμενα κοροπλαστικά εργαστήρια της Τανάγρας, στην αρχαία Βοιωτία. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από 15 ως 35 εκατοστά και χρησίμευαν ως ταφικά αναθήματα, ή για να φέρνουν γούρι στον κάτοχό τους.

Αν και μεμονωμένα ευρήματα ήταν ήδη γνωστά από διάφορους αρχαιολογικούς τόπους, τα έργα των κοροπλαστών δεν είχαν προσελκύσει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των αρχαιολόγων, μέχρι που το 1874 ένα σημαντικό εύρημα τα έκανε γνωστά στο ευρύ κοινό. 

Ένας αγρότης που όργωνε το χωράφι του στην Τανάγρα, ανακάλυψε ένα σύμπλεγμα αρχαίων τάφων, στους οποίους βρίσκονταν πολλές Ταναγραίες κόρες, οι οποίες μάλιστα ήταν διατηρημένες σε πολύ καλή κατάσταση.


Οι Ταναγραίες κόρες ήταν πολύ δημοφιλείς στους Έλληνες του 4ου και 3ου αιώνα π.κ.ε., και το εμπόριό τους ήταν πολύ διαδεδομένο σε όλη την Ελληνιστική επικράτεια, ενώ εργαστήρια παραγωγής τους άνθιζαν στην Αλεξάνδρεια, Τάραντα, και Μυρίνα. 

Η παραδοσιακή τέχνη των Ταναγραίων κορών ξεκινάει τουλάχιστον από τον 5ο αι. π.κ.ε., αφού η αρχαία Ελληνίδα ποιήτρια Κόριννα από την Βοιωτία στο ποίημά της αναφέρει τα εξής (εικ2)

Ο Γερμανός ποιητής Ρίλκε εξύμνησε την ομορφιά των κορών της Τανάγρας αφιερώνοντάς τους το 1906 το ποίημα «Τανάγρα». Και ο Όσκαρ Ουάιλντ περιγράφει την πανέμορφη πρωταγωνίστρια του στο «Ένας ιδανικός σύζυγος» ως κόρη της Τανάγρας. 

Ο Γάλλος ζωγράφος Ζαν-Λεόν Ζερόμ (Jean-Léon Gérôme) συχνά χρησιμοποιεί ταναγραίες κόρες στους πίνακές του, ενώ το γλυπτό του με τίτλο Tanagra έγινε διάσημο στην καλλιτεχνική έκθεση Salon de Paris του 1890.

Οι κόρες της Τανάγρας έγιναν σύντομα τόσο δημοφιλείς, που τα Μουσεία και οι ιδιώτες συλλέκτες ανταγωνίζονταν ποιος θα τις αποκτήσει. (κλέψει στην πραγματικότητα)

Οι Ταναγραίες κόρες παρουσιάζουν ως επί το πλείστον ευγενείς κυρίες, πρότυπα ιδανικής ομορφιάς και μόδας της εποχής τους. Η ενδυμασία είναι πολυτελής και περίτεχνα διπλωμένη, ενώ τονίζουν τις ωραίες γραμμές του σώματος.

Η κεφαλή και κόμη έχει όλα τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά, ακόμη και όταν είναι καλυμμένη με μαντήλι. Συνοδεύονται δε και με καλαίσθητα και πολύτιμα αξεσουάρ, όπως σκουλαρίκια, βεντάλιες, καπέλα και άλλα. Σπάνια συναντούμε και θεότητες, όπως την Αφροδίτη.

Είναι άξιο θαυμασμού, πως ένα απλό αγροτικό χωριό σαν την Τανάγρα έκανε τόσο θαυμάσια έργα για την εποχή τους, ενώ η καλή κοινωνία που απεικονίζουν βρισκόταν μάλλον στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια.

Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν ως νεκρικά παραθέματα, σε τάφους νεαρών γυναικών, γι’ αυτό συμπεραίνουμε, ότι η τέχνη αυτή εξελίχθηκε ως έκφραση της ιδανικής και τέλειας ομορφιάς, σοφίας και καλλιτεχνίας, και ως συνοδεία της αγαπημένης νεκρής στον κόσμο μετά τον θάνατο. 

Ίσως να ήταν και αφιερώματα στην θεά Αφροδίτη, η οποία εκπροσωπούσε το ιδανικό της θηλυκής ομορφιάς, οι Μούσες εκπροσωπούσαν την καλλιτεχνική Μουσική, επιστήμη, ρητορική ικανότητα, γλυπτική, ζωγραφική, καλλιγραφία. Πιθανώς να χρησίμευαν ως φυλακτό ή για γούρι, και γιαυτό συνόδευαν τις γυναίκες σε όλη τους τη ζωή, από την παιδική ηλικία ως το θάνατο.

Η κατασκευή των Ταναγραίων κορών ήταν εξελιγμένη σε βαθμό βιομηχανοποίησης. Οι κατασκευαστές ονομάζονταν «κοροπλάστες» και χρησιμοποιούσαν ξύλινα καλούπια, τα οποία πολλές φορές είχαν πρότυπο κάποιο πραγματικό πρόσωπο. Οι κεφαλές, και μερικές φορές και τα χέρια, κατασκευάζονταν ξεχωριστά από τα σώματα και προσαρμόζονταν μετά το ψήσιμο. Μια στρογγυλή ή συχνότερα τετράγωνη οπή στην όπισθεν όψη χρησίμευε ως διέξοδος των καυτών αερίων κατά την διάρκεια του ψησίματος, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι ρωγμές και τα σπασίματα. 

Μετά την αποθέρμανση ζωγράφιζαν την επιφάνεια με άσπρο χρώμα (όχι σμάλτο), το οποίο χρησίμευε ως υπόβαθρο για την υπόλοιπη πολύχρωμη διακόσμηση των λεπτομερειών. Συχνά η λευκή μπογιά δεν κρατούσε πολύ και ξεφλούδιζε, γι’ αυτό πολλά από τα ευρήματα δεν διατηρούν τον αρχικό τους ζωγραφικό διάκοσμο. 

Όσα όμως έχουν διατηρηθεί, είναι πανέμορφα δείγματα τέχνης. Μουσεία, όπως το Λούβρο, το Βρετανικό Μουσείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου, το Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, το Μουσείο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Τέχνης της Αλεξάνδρειας «φιλοξενούν» (ως προϊόντα κλοπής βεβαίως βεβαίως)  συλλογές Ταναγραίων κορών. Ιδίως στην Αλεξάνδρεια, όπου και κατασκευάζονταν στην αρχαιότητα, η φήμη τους ήταν πολύ μεγάλη. 

«Γαλάζια κόρη» με βεντάλια και μαντήλι στα μαλλιά. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι, περ. 330-300 π.κ.ε

Figurine of Aphrodite Playing with Eros, Tanagra, Late 4th century BC, Terracotta

A bit of burnt hard clay
some great sun’s burning brand
had fired—like the way
a gesture with her hand
survives a girl forever;
not reaching out, and never
leading from what’s within
toward some thing on a shelf,
but touching just itself,
like a hand on the chin.

We lift one statuette
and turn it, then one more,
until we almost “get”
why they’ve not faded yet.
But only fated for
more wonder, deeply, dearly
we know them, holding fast.
We smile a bit more clearly
than in the year now past.

Rainer Maria Rilke


Φανταστική εικόνα ενός κοροπλαστικού εργαστηρίου από τον ζωγράφο Jean-Léon Gérôme, περί το 1893. Οι δύο πελάτισσες δεξιά είναι κόρες της Τανάγρας.


Tanagra-type statue,  Musée gréco-romain d'Alexandrie, Alexandrie, Égypte


Terracotta 'Tanagra' figure of a woman wearing a sunhat, Greek, 3rd century BC, From Tanagra, Boeotia, Greece

Two girls playing a game known as ephedrismos, late 4th–3rd century B.C. Greek, Corinthian. This terracotta group depicts two young girls playing ephedrismos. As described by Pollux (IX, 119), the game involves throwing balls or pebbles at a stone in an attempt to overturn it. The player who fails to do so is blindfolded and must run to touch the stone while carrying the winner on her back

Here the little girl carries her companion but does not have her eyes covered. Both young girls are dressed in chitonsand have red curly hair. The rider, the obvious winner, wears a stephanos, or crown; the carrier wears a thick floral wreath.


Statuette of a woman, 3rd century B.C. Greek, probably Boeotian. Tanagra figurines were brightly colored with water-soluble paints. Still visible on this statuette of a woman draped in a himation is the red pigment used for her hair, which is styled in the melon coiffure with rows of twisted strands of hair. 

Black pigment originally marked her eyebrows, eyes, and other details, and her flesh would have been painted a pale orange pink. Still evident on the surface of her drapery are the original white slip and traces of blue pigment, an expensive paint applied only sparingly on Tanagra figurines.



Statuette of a standing woman, late 4th–early 3rd century B.C. Greek, probably Boeotian. This standing female figure is dressed in a chiton and himation, which covers her arms, torso, and thighs. Following the tradition for Tanagra figurines, the drapery folds are crisp and sharply tooled, giving the impression of a sculpture rendered in bronze. The details of her face are in the finest Athenian miniaturist tradition for the end of the fourth century B.C., distinguishedby round eyes, a wide-bridged nose, full cheeks, and a small, delicate chin. Her hair, parted in the center and pulled back in a twist at the back, still bears traces of red paint.

TERRA PAPERS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου